Σελίδες

Powered By Blogger

Πέμπτη 16 Ιουνίου 2011

ΕΛΠΙΔΑ (γιοκ.gr)

Ζήσαμε χρόνια δύσκολα, χρόνια αδελφοκτόνα
χρόνια που σημαδέψανε τον εικοστό αιώνα.

Φύγαν ζωές από παιδιά, κορμιά από παληκάρια
μάνες μαυροφορέθηκαν που χάσανε βλαστάρια.

Κανείς δε θέλει φωναχτά το τότε να θυμάται:
Εμείς τάχα ξεχάσαμε κι ο θύτης μας "λυπάται".

Περάσαν όμως όλ' αυτά κι έζησε η πατρίδα,
χάρη στη φλόγα που 'καιγε μέσα μας η ελπίδα.

Αυτό όμως το χάλι μας, τώρα δε μολογιέται.
 Ο τόπος μας ναυάγησε κι απ' τα μαλλιά κρατιέται.

Δεν έχει ο κόσμος τσακιστή και του ζητάνε κι άλλα.
Η αγελάδα ψόφησε κι αυτοί αρμέγουν "γάλα".

Οι λέξεις παραφράστηκαν καθώς κι οι πρακτικές 
κι "αλληλεγγύη" βάφτισαν τις φορομπηχτικές.

Το ψέμα κυριάρχησε απ' άκρη πέρα ως πέρα.
Ψέματα γράφουν στα χαρτιά και λένε στον "αέρα".

Άλλα ακούμε το πρωί και άλλα λέν το βράδυ, 
μά ένα στόχο έχουμε "πως θα μας βγάλουν λάδι".

Βγήκε στους δρόμους ο λαός, γέμισε τις πλατείες
κι αυτοί μετράνε ποσοστά και λένε...ακακίες.

Μιλάνε ακατάπαυστα - δεν ξέρουμε τι λένε -
απ' το' να αυτί μας μπαίνουνε, κι από το άλλο βγαίνε.

Ψάχνει ελπίδα ο λαός λιγάκι ν ' ακουμπήσει,
αισθάνεται σ' ωκεανό λίγο πριν ναυαγήσει.

Όμως μας τη σκοτώσανε νωρίτερα απ' το σώμα
κι αφήσαν να κυκλοφορεί αναιμικό το πτώμα.

Οργή και μίσος νιώθουμε γι' αυτούς τους κυβερνώντες,
γιατί μας κυβερνήσανε σα νάτανε απόντες.

Γι' αυτό δεν ονειρεύεται κανείς σ' αυτόν τον τόπο,
δεν έχουμε προοπτική, μα ούτε και τον τρόπο.

 Όλοι αγανακτήσαμε τι άλλο πια μας μένει;
ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ είμαστε "όρθιοι πεθαμένοι".

Υ.Γ: Αντί να μπούνε στο τερέν να δώσουν τον αγώνα
τα δυό γαϊδούρια μάλωσαν σε ξένο αχυρώνα.

Τετάρτη 8 Ιουνίου 2011

Ο ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΗΡΩΑΣ - Κ. ΚΟΥΚΙΔΗΣ.

Δευτέρα, 6 Ιουνίου 2011

ΑΥΤΟ ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΟΥΝ ΟΣΟΙ ΝΤΡΕΠΟΝΤΑΙ ΝΑ ΦΕΡΟΥΝ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΣΗΜΑΙΑ!!!


Η Ελληνική μεγαλοσύνη σε όλη την μεγαλοπρέπειά της!


 


Λίγη άγνωστη Ιστορία!

Όταν μπήκαν οι Γερμανοί στην Αθήνα, 27 Απριλίου 1941, η πρώτη τους δουλειά ήταν να στείλουν ένα απόσπασμα υπό τον λοχαγό Γιάκομπι και τον υπολοχαγό Έλσνιτς για να κατεβάσει τη Γαλανόλευκη από τον Ιερό Βράχο της Ακρόπολης και να υψώσει τη σβάστικα.
Δεξιά ο Παρθενώνας, αριστερά οι Καρυάτιδες. Από την ελιά τής Αθηνάς οι Γερμανοί αντικρίζουν στο ακραίο σημείο τού βράχου τής Ακρόπολης πού δεσπόζει τής πόλης, την γαλανόλευκη σημαία
πού θ' αντικατασταθεί από τον αγκυλωτό σταυρό.

Η εθνική Σημαία με το μεγάλο σταυρό στην μέση λάμπει και τα χρώματά της τονίζουν και τονίζονται από τον Παρθενώνα που στέκει αγέρωχος και όμορφος όπως πάντα.
 

Εκεί στην θέση Καλλιθέα, στο ανατολικό σημείο του Ιερού Βράχου ο επικεφαλής του αποσπάσματος ζήτησε από τον εύζωνο που φρουρούσε τη σημαία μας να την κατεβάσει και να την παραδώσει.
Ο απλός αυτός φαντάρος, όταν στις 8:45 το πρωί έφθασαν μπροστά του οι κατακτητές της χώρας μας και με το δάκτυλο στην σκανδάλη των πολυβόλων τους, τον διέταξαν να κατεβάσει το Εθνικό μας σύμβολο, δεν έδειξε κανένα συναίσθημα. Δεν πρόδωσε την τρικυμία της ψυχής του. Ψυχρός, άτεγκτος και αποφασισμένος.. απλά αρνήθηκε! Οι ώρες της περισυλλογής, που μόνος του είχε περάσει δίπλα στην σημαία, τον είχαν οδηγήσει στη μεγάλη απόφαση.

"ΟΧΙ"!

Αυτό μονάχα πρόφερε και τίποτε άλλο. Μια απλή λέξη, με πόση όμως τεράστια σημασία και αξία. Η Ελληνική μεγαλοσύνη σε όλη την απλή μεγαλοπρέπειά της κλεισμένη μέσα σε δύο συλλαβές! Ξέρουν απ' αυτά οι Έλληνες..

Ο λοχαγός Γιάκομπι διέταξε έναν Γερμανό στρατιώτη να το πράξει. Ο στρατιώτης την κατέβασε κι αφού με τη βοήθεια ενός συναδέλφου του την δίπλωσε πολύ προσεκτικά, την παρέδωσε στα χέρια του Έλληνα φρουρού. Ο εύζωνας κοίταξε για λίγα δευτερόλεπτα με κατεβασμένο κεφάλι το διπλωμένο γαλανόλευκο πανί πάνω στα χέρια του. Κι ύστερα τυλίχτηκε με τη σημαία, έτρεξε ως την άκρη του Ιερού Βράχου και μπρος στα μάτια των
εμβρόντητων Γερμανών ρίχτηκε μ' ένα σάλτο στον γκρεμό, βάφοντας το εθνικό μας σύμβολο με το τίμιο αίμα του.

Οι Γερμανοί σκύβουν πάνω από το κενό: 60 μέτρα πιο κάτω, κείτεται ο Εύζωνας, νεκρός πάνω στον βράχο, σκεπασμένος με το σάβανο πού διάλεξε.

Οι δύο Γερμανοί αξιωματικοί, πού είναι επί κεφαλής των εμπροσθοφυλακών, ο αρχηγός ιππικού Γιάκομπι και ο λοχαγός Έλσνιτς τής 6ης ορεινής μεραρχίας, χρησιμοποιούν
τον ραδιοφωνικό σταθμό Αθηνών για να στείλουν μήνυμα στον Χίτλερ: «Μάϊν Φύρερ, στις 27 Απριλίου, στις 8 και 10, εισήλθαμε εις τας Αθήνας, επί κεφαλής των πρώτων γερμανικών τμημάτων στρατού, και στις 8 και 45, υψώσαμε την σημαία τού Ράϊχ πάνω στην Ακρόπολη και στο Δημαρχείο. Χάϊλ, μάϊν Φύρερ».

Η γερμανική στρατιωτική διοίκηση Αθηνών υποχρέωσε την προδοτική κυβέρνηση Τσολάκογλου να δημοσιεύσει στον Τύπο ανακοίνωση, σύμφωνα με την οποία ο φρουρός της σημαίας μας, υπέστη έμφραγμα από την συγκίνηση όταν του ζητήθηκε να την παραδώσει. Όμως οι στρατιώτες κι οι επικεφαλής του γερμανικού αποσπάσματος είχαν συγκλονιστεί απ' αυτό που είδαν και δεν κράτησαν το στόμα τους κλειστό. Στις 9 Ιουνίου η είδηση δημοσιεύθηκε στην DAILY MAIL με τίτλο: "A Greek carries his flag to the death" (Ένας Έλληνας φέρει την σημαία του έως τον θάνατο).

Η θυσία του Έλληνα στρατιώτη έγινε αιτία να εκδοθεί
διαταγή από τον Γερμανό φρούραρχο να υψώνεται και η ελληνική σημαία δίπλα στη γερμανική.

Μέχρι πριν από λίγα χρόνια, εκεί στα Αναφιώτικα κάτω από τον Ιερό Βράχο, ζούσαν ακόμα αυτόπτες μάρτυρες, που είδαν το παλικάρι να γκρεμοτσακίζεται μπροστά στα μάτια τους τυλιγμένο με την Γαλανόλευκη. Και κάθε χρόνο, στο μνημόσυνό του στις 27 Απριλίου, άφηναν τα δάκρυά τους να κυλήσουν στη μνήμη του. Ουδείς ενδιαφέρθηκε ποτέ να καταγράψει την μαρτυρία τους.


Κωνσταντίνος Κουκίδης
 
είναι τ' όνομα του ευζώνου (κατά μια άλλη άποψη ήταν 17χρονος νέος της Εθνικής Οργανώσεως Νέων αλλά τι σημασία έχει;).



Κωνσταντίνος Κουκίδης
είναι τ' όνομα αυτού του ΕΛΛΗΝΑ και στολή του η Σημαία μας. Μας τον έχουν κρύψει, μας τον έχουν κλέψει. Κλείστε κι αυτόν τον εθνομάρτυρα στην ψυχή σας κοντά στους άλλους. Απαιτείστε να γραφτεί τ' όνομά του στα σχολικά βιβλία της Ιστορίας. Ψιθυρίστε το, έστω και βουβά, μέσα σας,
κάθε φορά που αντικρίζετε τη σημαία μας.

Πείτε στα παιδιά σας ότι αυτή η σημαία, έχει βυζάξει ποταμούς ελληνικού αίματος, για να μπορεί αγέρωχη να κυματίζει την τιμή και την αξιοπρέπειά μας.

 

Το αφιερώνουμε στους Ευρωπαίους.



Κυριακή 5 Ιουνίου 2011

Ο ΕΘΝΙΚΟΣ ΜΑΣ ΥΜΝΟΣ.

ΥΜΝΟΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΝ
του Διονυσίου Σολωμού


1

Σε γνωρίζω από την κόψη
του σπαθιού την τρομερή,
σε γνωρίζω από την όψη
που με βία μετράει τη γη.

2

Απ' τα κόκαλα βγαλμένη
των Ελλήνων τα ιερά,
και σαν πρώτα ανδρειωμένη,
χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!

3

Εκεί μέσα εκατοικούσες
πικραμένη, εντροπαλή,
κι ένα στόμα ακαρτερούσες,
«έλα πάλι», να σου πεί.

4

'Αργειε νάλθει εκείνη η μέρα,
κι ήταν όλα σιωπηλά,
γιατί τά 'σκιαζε η φοβέρα
και τα πλάκωνε η σκλαβιά.

5

Δυστυχής! Παρηγορία
μόνη σού έμενε να λές
περασμένα μεγαλεία
και διηγώντας τα να κλαις.

6

Και ακαρτέρει και ακαρτέρει
φιλελεύθερη λαλιά,
ένα εκτύπαε τ' άλλο χέρι
από την απελπισιά,

7

Κι έλεες: «Πότε, α, πότε βγάνω
το κεφάλι από τσ' ερμιές;».
Και αποκρίνοντο από πάνω
κλάψες, άλυσες, φωνές.

8

Τότε εσήκωνες το βλέμμα
μες στα κλάιματα θολό,
και εις το ρούχο σου έσταζ' αίμα,
πλήθος αίμα ελληνικό.

9

Με τα ρούχα αιματωμένα
ξέρω ότι έβγαινες κρυφά
να γυρεύεις εις τα ξένα
άλλα χέρια δυνατά.

10

Μοναχή το δρόμο επήρες,
εξανάλθες μοναχή·
δεν είν' εύκολες οι θύρες
εάν η χρεία τες κουρταλεί.

11

'Αλλος σου έκλαψε εις τα στήθια,
αλλ' ανάσαση καμμιά·
άλλος σου έταξε βοήθεια
και σε γέλασε φρικτά.

12

΄Αλλοι, οϊμέ, στη συμφορά σου
οπού εχαίροντο πολύ,
«σύρε νά 'βρεις τα παιδιά σου,
σύρε», έλεγαν οι σκληροί.

13

Φεύγει οπίσω το ποδάρι
και ολογλήγορο πατεί
ή την πέτρα ή το χορτάρι
που τη δόξα σού ενθυμεί.

14

Ταπεινότατη σου γέρνει
η τρισάθλια κεφαλή,
σαν πτωχού που θυροδέρνει
κι είναι βάρος του η ζωή.

15

Ναι, αλλά τώρα αντιπαλεύει
κάθε τέκνο σου με ορμή,
πού ακατάπαυστα γυρεύει
ή τη νίκη ή τη θανή.

16

Απ' τα κόκαλα βγαλμένη
των Ελλήνων τα ιερά,
και σαν πρώτα ανδρειωμένη,
χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!

17

Μόλις είδε την ορμή σου
ο ουρανός που για τσ' εχθρούς
εις τη γη τη μητρική σου
έτρεφ' άνθια και καρπούς,

18

εγαλήνεψε· και εχύθει
καταχθόνια μια βοή,
και του Ρήγα σού απεκρίθη
πολεμόκραχτη η φωνή.

19

΄Ολοι οι τόποι σου σ' εκράξαν
χαιρετώντας σε θερμά,
και τα στόματα εφωνάξαν
όσα αισθάνετο η καρδιά.

20

Εφωνάξανε ως τ' αστέρια
του Ιονίου και τα νησιά,
κι εσηκώσανε τα χέρια
για να δείξουνε χαρά,

21

μ' όλον πού 'ναι αλυσωμένο
το καθένα τεχνικά,
και εις το μέτωπο γραμμένο
έχει: «Ψεύτρα Ελευθεριά».

22

Γκαρδιακά χαροποιήθει
και του Βάσιγκτον η γη,
και τα σίδερα ενθυμήθει
που την έδεναν κι αυτή.

23

Απ' τον πύργο του φωνάζει,
σα να λέει σε χαιρετώ,
και τη χήτη του τινάζει
το λιοντάρι το Ισπανό.

24

Ελαφιάσθη της Αγγλίας
το θηρίο, και σέρνει ευθύς
κατά τ' άκρα της Ρουσίας
τα μουγκρίσματα τσ' οργής.

25

Εις το κίνημα του δείχνει,
πως τα μέλη ειν' δυνατά·
και στου Αιγαίου το κύμα ρίχνει
μια σπιθόβολη ματιά.

26

Σε ξανοίγει από τα νέφη
και το μάτι του Αετού,
που φτερά και νύχια θρέφει
με τα σπλάχνα του Ιταλού·

27

και σ' εσέ καταγυρμένος,
γιατί πάντα σε μισεί,
έκρωζ' έκρωζ' ο σκασμένος,
να σε βλάψει, αν ημπορεί.

28

΄Αλλο εσύ δεν συλλογιέσαι
πάρεξ που θα πρωτοπάς·
δεν μιλείς και δεν κουνιέσαι
στες βρισιές οπού αγρικάς·

29

σαν το βράχο οπού αφήνει
κάθε ακάθαρτο νερό
εις τα πόδια του να χύνει
ευκολόσβηστον αφρό·

30

οπού αφήνει ανεμοζάλη
και χαλάζι και βροχή
να του δέρνουν τη μεγάλη,
την αιώνιαν κορυφή.

31

Δυστυχιά του, ω, δυστυχιά του,
οποιανού θέλει βρεθεί
στο μαχαίρι σου αποκάτου
και σ' εκείνο αντισταθεί.

32

Το θηρίο π' ανανογιέται
πως του λείπουν τα μικρά,
περιορίζεται, πετιέται,
αίμα ανθρώπινο διψά·

33

τρέχει, τρέχει όλα τα δάση,
τα λαγκάδια, τα βουνά,
κι όπου φθάσει, όπου περάσει,
φρίκη, θάνατος, ερμιά·

34

Ερμιά, θάνατος και φρίκη
όπου επέρασες κι εσύ·
ξίφος έξω από τη θήκη
πλέον ανδρείαν σου προξενεί.

35

Ιδού, εμπρός σου ο τοίχος στέκει
της αθλίας Τριπολιτσάς·
τώρα τρόμου αστροπελέκι
να της ρίψεις πιθυμάς.

36

Μεγαλόψυχο το μάτι
δείχνει πάντα οπώς νικεί,
κι ας ειν' άρματα γεμάτη
και πολέμιαν χλαλοή.

37

Σου προβαίνουνε και τρίζουν
για να ιδείς πως ειν' πολλά·
δεν ακούς που φοβερίζουν
άνδρες μύριοι και παιδιά;

38

Λίγα μάτια, λίγα στόματα
θα σας μείνουνε ανοιχτά.
για να κλαύσετε τα σώματα
που θε νά 'βρει η συμφορά!

39

Κατεβαίνουνε, και ανάφτει
του πολέμου αναλαμπή·
το τουφέκι ανάβει, αστράφτει,
λάμπει, κόφτει το σπαθί.

40

Γιατί η μάχη εστάθει ολίγη;
Λίγα τα αίματα γιατί;
Τον εχθρό θωρώ να φύγει
και στο κάστρο ν' ανεβεί.

41

Μέτρα! Ειν' άπειροι οι φευγάτοι,
οπού φεύγοντας δειλιούν·
τα λαβώματα στην πλάτη
δέχοντ', ώστε ν' ανεβούν.

42

Εκεί μέσα ακαρτερείτε
την αφεύγατη φθορά·
να, σας φθάνει· αποκριθείτε
στης νυκτός τη σκοτεινιά!

43

Αποκρίνονται και η μάχη
έτσι αρχίζει, οπού μακριά
από ράχη εκεί σε ράχη
αντιβούιζε φοβερά.

44

Ακούω κούφια τα τουφέκια,
ακούω σμίξιμο σπαθιών,
ακούω ξύλα, ακούω πελέκια,
ακούω τρίξιμο δοντιών.

45

Α, τι νύκτα ήταν εκείνη
που την τρέμει ο λογισμός!
΄Αλλος ύπνος δεν εγίνει
πάρεξ θάνατου πικρός.

46

Της σκηνής η ώρα, ο τόπος,
οι κραυγές, η ταραχή,
ο σκληρόψυχος ο τρόπος
του πολέμου, και οι καπνοί,

47

και οι βροντές και το σκοτάδι
οπού αντίσκοφτε η φωτιά,
επαράσταιναν τον ΄Αδη
που ακαρτέρειε τα σκυλιά·

48

Τ' ακαρτέρειε. Εφαίνον' ίσκιοι
αναρίθμητοι, γυμνοί,
κόρες, γέροντες, νεανίσκοι,
βρέφη ακόμη εις το βυζί.

49

'Ολη μαύρη μυρμηγκιάζει,
μαύρη η εντάφια συντροφιά,
σαν το ρούχο οπού σκεπάζει
τα κρεβάτια τα στερνά.

50

Τόσοι, τόσοι ανταμωμένοι
επετιούντο από τη γη,
όσοι ειν' άδικα σφαγμένοι
από τούρκικην οργή.

51

Τόσα πέφτουνε τα θερι-
σμένα αστάχια εις τους αγρούς·
σχεδόν όλα εκειά τα μέρη
εσκεπάζοντο απ' αυτούς.

52

Θαμποφέγγει κανέν' άστρο,
και αναδεύοντο μαζί,
ανεβαίνοντας το κάστρο
με νεκρώσιμη σιωπή.

53

'Ετσι χάμου εις την πεδιάδα,
μες στο δάσος το πυκνό,
όταν στέλνει μίαν αχνάδα
μισοφέγγαρο χλωμό,

54

εάν οι άνεμοι μες στ' άδεια
τα κλαδιά μουγκοφυσούν,
σειούνται, σειούνται τα μαυράδια,
οπού οι κλώνοι αντικτυπούν.

55

Με τα μάτια τους γυρεύουν
όπου είν' αίματα πηχτά,
και μες στα αίματα χορεύουν
με βρυχίσματα βραχνά·

56

και χορεύοντας μανίζουν
εις τους ΄Ελληνες κοντά,
και τα στήθια τους εγγίζουν
με τα χέρια τα ψυχρά.

57

Εκειό το έγγισμα πηγαίνει
βαθειά μες στα σωθικά,
όθεν όλη η λύπη βγαίνει,
και άκρα αισθάνονται ασπλαχνιά.

58

Τότε αυξαίνει του πολέμου
ο χορός τρομακτικά,
σαν το σκόρπισμα του ανέμου
στου πελάου τη μοναξιά.

59

Κτυπούν όλοι απάνου κάτου·
κάθε κτύπημα που εβγεί
είναι κτύπημα θανάτου
χώρις να δευτερωθεί.

60

Κάθε σώμα ιδρώνει, ρέει·
λες κι εκείθενε η ψυχή
απ' το μίσος που την καίει
πολεμάει να πεταχθεί.

61

Της καρδίας κτυπίες βροντάνε
μες στα στήθια τους αργά,
και τα χέρια όπου χουμάνε
περισσότερο ειν' γοργά.

62

Ουρανός γι' αυτούς δεν είναι,
ουδέ πέλαγο, ουδέ γη·
γι' αυτούς όλους το παν είναι
μαζωμένο αντάμα εκεί.

63

Τόση η μάνητα κι η ζάλη,
που στοχάζεσαι μη πως
από μία μεριά και απ' άλλη
δεν είνει ένας ζωντανός.

64

Κοίτα χέρια απελπισμένα
πώς θερίζουνε ζωές!
Χάμου πέφτουνε κομμένα
χέρια, πόδια, κεφαλές,

65

και παλάσκες και σπαθία
με ολοσκόρπιστα μυαλά,
και με ολόσχιστα κρανία,
σωθικά λαχταριστά.

66

Προσοχή καμία δεν κάνει
κανείς, όχι, εις τη σφαγή·
πάνε πάντα εμπρός. Ω, φθάνει,
φθάνει· έως πότε οι σκοτωμοί;

67

Ποιος αφήνει εκεί τον τόπο,
πάρεξ όταν ξαπλωθεί;
Δεν αισθάνονται τον κόπο
και λες κι είναι εις την αρχή.

68

Ολιγόστευαν οι σκύλοι,
και «Αλλά», εφώναζαν, «Αλλά»,
και των Χριστιανών τα χείλη
«φωτιά», εφώναζαν, «φωτιά».

69

Λιονταρόψυχα, εκτυπιούντο,
πάντα εφώναζαν «φωτιά»,
και οι μιαροί κατασκορπιούντο,
πάντα σκούζοντας «Αλλά».

70

Παντού φόβος και τρομάρα
και φωνές και στεναγμοί·
παντού κλάψα, παντού αντάρα,
και παντού ξεψυχισμοί.

71

Ήταν τόσοι! Πλέον το βόλι
εις τ' αυτιά δεν τους λαλεί.
'Ολοι χάμου εκείτοντ' όλοι
εις την τέταρτην αυγή.
72

Σαν ποτάμι το αίμα εγίνη
και κυλάει στη λαγκαδιά,
και το αθώο χόρτο πίνει
αίμα αντίς για τη δροσιά.

73

Της αυγής δροσάτο αέρι,
δεν φυσάς τώρα εσύ πλιο
στων ψευδόπιστων το αστέρι·
φύσα, φύσα εις το ΣΤΑΥΡΟ!

74

Απ' τα κόκαλα βγαλμένη
των Ελλήνων τα ιερά,
και σαν πρώτα ανδρειωμένη,
χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!

75

Της Κορίνθου ιδού και οι κάμποι·
δεν λάμπ' ήλιος μοναχά
εις τους πλάτανους, δεν λάμπει
εις τ' αμπέλια, εις τα νερά.

76

Εις τον ήσυχον αιθέρα
τώρα αθώα δεν αντηχεί
τα λαλήματα η φλογέρα,
τα βελάσματα το αρνί.

77

Τρέχουν άρματα χιλιάδες
σαν το κύμα εις το γιαλό,
αλλ' οι ανδρείοι παλληκαράδες
δεν ψηφούν τον αριθμό.

78

Ω τρακόσιοι, σηκωθείτε
και ξανάλθετε σε μας·
τα παιδιά σας θελ' ιδείτε
πόσο μοιάζουνε με σας.

79

'Ολοι εκείνοι τα φοβούνται
και με πάτημα τυφλό
εις την Κόρινθο αποκλειούνται
κι όλοι χάνουνται απ' εδώ.

80

Στέλνει ο άγγελος του ολέθρου
πείνα και θανατικό,
που με σχήμα ενός σκελέθρου
περπατούν αντάμα οι δυο·

81

και πεσμένα εις τα χορτάρια
απεθαίνανε παντού
τα θλιμμένα απομεινάρια
της φυγής και του χαμού.

82

Κι εσύ αθάνατη, εσύ θεία,
που ότι θέλεις ημπορείς.
εις τον κάμπο, Ελευθερία,
ματωμένη περπατείς.

83

Στη σκια χεροπιασμένες,
στη σκια βλέπω κι εγώ
κρινοδάχτυλες παρθένες
οπού κάνουνε χορό.

84

Στο χορό γλυκογυρίζουν
ωραία μάτια ερωτικά,
και εις την αύρα κυματίζουν
μαύρα, ολόχρυσα μαλλιά.

85

Η ψυχή μου αναγαλλιάζει
πως ο κόρφος καθεμιάς
γλυκοβύζαστο ετοιμάζει
γάλα ανδρείας κι ελευθεριάς.

86

Μες στα χόρτα, τα λουλούδια,
το ποτήρι δεν βαστώ·
φιλελεύθερα τραγούδια
σαν τον Πίνδαρο εκφωνώ.

87

Απ' τα κόκαλα βγαλμένη
των Ελλήνων τα ιερά,
και σαν πρώτα ανδρειωμένη,
χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!

88

Πήγες εις το Μεσολόγγι
την ημέρα του Χριστού,
μέρα που άνθισαν οι λόγγοι
για το τέκνο του Θεού.

89

Σου 'λθε εμπρός λαμποκοπώντας
η Θρησκεία μ' ένα σταυρό,
και το δάκτυλο κινώντας
οπού ανεί τον ουρανό,

90

«σ' αυτό», εφώναξε, «το χώμα
στάσου ολόρθη, Ελευθεριά!».
Και φιλώντας σου το στόμα
μπαίνει μες στην εκκλησιά.

91

Εις την τράπεζα σιμώνει,
και το σύγνεφο το αχνό
γύρω γύρω της πυκνώνει
που σκορπάει το θυμιατό.

92

Αγρικάει την ψαλμωδία
οπού εδίδαξεν αυτή·
βλέπει τη φωταγωγία
στους Αγίους εμπρός χυτή.

93

Ποιοι είν' αυτοί που πλησιάζουν
με πολλή ποδοβολή,
κι άρματ', άρματα ταράζουν;
Επετάχτηκες εσύ!

94

Α, το φως που σε στολίζει,
σαν ηλίου φεγγοβολή,
και μακρίθεν σπινθηρίζει,
δεν είναι, όχι, από τη γη.

95

Λάμψιν έχει όλη φλογώδη
χείλος, μέτωπο, οφθαλμός·
φως το χέρι, φως το πόδι,
κι όλα γύρω σου είναι φως.

96

Το σπαθί σου αντισηκώνεις,
τρία πατήματα πατάς,
σαν τον πύργο μεγαλώνεις,
κι εις το τέταρτο κτυπάς.

97

Με φωνή που καταπείθει
προχωρώντας ομιλείς:
«Σήμερ', άπιστοι, εγεννήθη,
ναι, του κόσμου ο Λυτρωτής.

98

Αυτός λέγει, αφοκρασθείτε:
"Εγώ ειμ' 'Αλφα, Ωμέγα εγώ·
πέστε, που θ' αποκρυφθείτε
εσείς όλοι, αν οργισθώ;

99

Φλόγα ακοίμητην σας βρέχω,
που, μ' αυτήν αν συγκριθεί
κείνη η κάτω οπού σας έχω,
σαν δροσιά θέλει βρεθεί.

100

Κατατρώγει, ωσάν τη σχίζα,
τόπους άμετρα υψηλούς,
χώρες, όρη από τη ρίζα,
ζώα και δέντρα και θνητούς.

101

Και το παν το κατακαίει,
και δεν σώζεται πνοή,
πάρεξ του άνεμου που πνέει
μες στη στάχτη τη λεπτή"».

102

Κάποιος ήθελε ερωτήσει:
Του θυμού Του εισ' αδελφή;
Ποιος είν' άξιος να νικήσει
ή με σε να μετρηθεί;

103

Η γη αισθάνεται την τόση
του χεριού σου ανδραγαθιά,
που όλην θέλει θανατώσει
τη μισόχριστη σπορά.

104

Την αισθάνονται και αφρίζουν
τα νερά, και τ' αγρικώ
δυνατά να μουρμουρίζουν
σαν ρυάζετο θηριό.

105

Κακορίζικοι, πού πάτε
του Αχελώου μες στη ροή
και πιδέξια πολεμάτε
από την καταδρομή

106

να αποφύγετε; Το κύμα
έγινε όλο φουσκωτό·
εκεί ευρήκατε το μνήμα
πριν να ευρείτε αφανισμό.

107

Βλασφημάει, σκούζει, μουγκρίζει
κάθε λάρυγγας εχθρού,
και το ρεύμα γαργαρίζει
τες βλασφήμιες του θυμού.

108

Σφαλερά τετραποδίζουν
πλήθος άλογα, και ορθά
τρομασμένα χλιμιντρίζουν
και πατούν εις τα κορμιά.

109

Ποίος στο σύντροφον απλώνει
χέρι, ωσάν να βοηθηθεί·
ποίος τη σάρκα του δαγκώνει
όσο που να νεκρωθεί.

110

Κεφαλές απελπισμένες,
με τα μάτια πεταχτά,
κατά τ' άστρα σηκωμένες
για την ύστερη φορά.

111

Σβιέται -αυξαίνοντας η πρώτη
του Αχελώου νεροσυρμή-
το χλιμίντρισμα και οι κρότοι
και του ανθρώπου οι γογγυσμοί.

112

Έτσι ν' άκουα να βουίξει
τον βαθύν Ωκεανό,
και στο κύμα του να πνίξει
κάθε σπέρμα αγαρηνό!

113

Και εκεί πού 'ναι η Αγία Σοφία
μες στους λόφους τους επτά,
όλα τ' άψυχα κορμία,
βραχοσύντριφτα, γυμνά,

114

σωριασμένα να τα σπρώξει
η κατάρα του Θεού,
κι απ' εκεί να τα μαζώξει
ο αδελφός του Φεγγαριού.
115

Κάθε πέτρα μνήμα ας γένει,
κι η Θρησκεία κι η Ελευθεριά
μ' αργό πάτημα ας πηγαίνει
μεταξύ τους και ας μετρά.

116

Ένα λείψανο ανεβαίνει
τεντωτό, πιστομητό,
κι άλλο ξάφνου κατεβαίνει
και δεν φαίνεται, και πλιο

117

και χειρότερα αγριεύει
και φουσκώνει ο ποταμός·
πάντα, πάντα περισσεύει·
πολύ φλοίσβισμα και αφρός.

118

Α, γιατί δεν έχω τώρα
τη φωνή του Μωυσή;
Μεγαλόφωνα την ώρα
οπού εσβιούντο οι μισητοί,

119

το Θεόν ευχαριστούσε
στου πελάου τη λύσσα εμπρός,
και τα λόγια ηχολογούσε
αναρίθμητος λαός.

120

Ακλουθάει την αρμονία
η αδελφή του Ααρών,
η προφήτισσα Μαρία,
μ' ένα τύμπανο τερπνόν

121

και πηδούν όλες οι κόρες
με τσ' αγκάλες ανοικτές,
τραγουδώντας, ανθοφόρες,
με τα τύμπανα κι εκειές.

122

Σε γνωρίζω από την κόψη
του σπαθιού την τρομερή,
σε γνωρίζω από την όψη
που με βία μετράει τη γη.

123

Εις αυτήν, είν' ξακουσμένο,
δεν νικιέσαι εσύ ποτέ·
όμως, όχι, δεν είν' ξένο
και το πέλαγο για σε.

124

Το στοιχείον αυτό ξαπλώνει
κύματ' άπειρα εις τη γη,
με τα οποία την περιζώνει,
κι είναι εικόνα σου λαμπρή.

125

Με βρυχίσματα σαλεύει
που τρομάζει η ακοή·
κάθε ξύλο κινδυνεύει
και λιμνιώνα αναζητεί.

126

Φαίνετ' έπειτα η γαλήνη
και το λάμψιμο του ηλιού,
και τα χρώματα αναδίνει
του γλαυκότατου ουρανού.

127

Δεν νικιέσαι, είν' ξακουσμένο,
στην ξηράν εσύ ποτέ·
όμως όχι δεν είν' ξένο
και το πέλαγο για σέ.

128

Περνούν άπειρα τα ξάρτια,
και σαν λόγγος στριμωχτά
τα τρεχούμενα κατάρτια,
τα ολοφούσκωτα πανιά.

129

Συ τες δύναμές σου σπρώχνεις,
και αγκαλά δεν είν' πολλές,
πολεμώντας, άλλα διώχνεις,
άλλα παίρνεις, άλλα καις.

130

Μ' επιθυμία να τηράζεις
δύο μεγάλα σε θωρώ,
και θανάσιμον τινάζεις
εναντίον τους κεραυνό.

131

Πιάνει, αυξαίνει, κοκκινίζει,
και σηκώνει μια βροντή,
και το πέλαο χρωματίζει
με αιματόχροη βαφή.

132

Πνίγοντ' όλοι οι πολεμάρχοι
και δεν μνέσκει ένα κορμί·
χαίρου, σκιά του Πατριάρχη,
που σε πέταξαν εκεί.

133

Εκρυφόσμιγαν οι φίλοι
με τσ' εχθρούς τους τη Λαμπρή,
και τους έτρεμαν τα χείλη
δίνοντάς τα εις το φιλί.

134

Κειες τες δάφνες που εσκορπίστε
τώρα πλέον δεν τες πατεί,
και το χέρι οπού εφιλήστε
πλέον, α, πλέον δεν ευλογεί.

135

'Ολοι κλαψτε· αποθαμένος
ο αρχηγός της Εκκλησιάς·
κλάψτε, κλάψτε· κρεμασμένος
ωσάν να 'τανε φονιάς!

136

'Εχει ολάνοικτο το στόμα
π' ώρες πρώτα είχε γευθεί
τ' Άγιον Αίμα, τ' Άγιον Σώμα·
λες πως θε να ξαναβγεί

137

η κατάρα που είχε αφήσει,
λίγο πριν να αδικηθεί,
εις οποίον δεν πολεμήσει
και ημπορεί να πολεμεί.

138

Την ακούω, βροντάει, δεν παύει
εις το πέλαγο, εις τη γη,
και μουγκρίζοντας ανάβει
την αιώνιαν αστραπή.

139

Η καρδιά συχνοσπαράζει.
Πλην τι βλέπω; Σοβαρά
να σωπάσω με προστάζει
με το δάκτυλο η θεά.

140

Κοιτάει γύρω εις την Ευρώπη
τρεις φορές μ' ανησυχιά·
προσηλώνεται κατόπι
στην Ελλάδα, και αρχινά:

141

«Παλληκάρια μου, οι πολέμοι
για σας όλοι είναι χαρά,
και το γόνα σας δεν τρέμει
στους κινδύνους εμπροστά.

142

Απ' εσάς απομακραίνει
κάθε δύναμη εχθρική,
αλλά ανίκητη μια μένει
που τες δάφνες σας μαδεί.

143

Μία, που όταν ωσάν λύκοι
ξαναρχόστενε ζεστοί,
κουρασμένοι από τη νίκη,
αχ, το νου σάς τυραννεί.

144

Η Διχόνοια που βαστάει
ένα σκήπτρο η δολερή
καθενός χαμογελάει,
"πάρ' το", λέγοντας, "και συ".

145

Κειο το σκήπτρο που σας δείχνει
έχει αλήθεια ωραία θωριά·
μην το πιάστε, γιατί ρίχνει
εισέ δάκρυα θλιβερά.

146

Από στόμα οπού φθονάει,
παλληκάρια, ας μην πωθεί,
πως το χέρι σας κτυπάει
του αδελφού την κεφαλή.

147

Μην ειπούν στο στοχασμό τους
τα ξένη έθνη αληθινά:
"Εάν μισούνται ανάμεσό τους
δεν τους πρέπει ελευθεριά".

148

Τέτοια αφήστενε φροντίδα·
όλο το αίμα οπού χυθεί
για θρησκεία και για πατρίδα
όμοιαν έχει την τιμή.

149

Στο αίμα αυτό, που δεν πονείτε
για πατρίδα, για θρησκειά,
σας ορκίζω, αγκαλισθείτε
σαν αδέλφια γκαρδιακά.

150

Πόσο λείπει, στοχασθείτε,
πόσο ακόμη να παρθεί·
πάντα η νίκη, αν ενωθείτε,
πάντα εσάς θ' ακολουθεί.

151

Ω ακουσμένοι εις την ανδρεία,
καταστήστε ένα Σταυρό
και φωνάξετε με μία:
"Βασιλείς, κοιτάξτ' εδώ!

152

Το σημείον που προσκυνάτε
είναι τούτο, και γι' αυτό
ματωμένους μας κοιτάτε
στον αγώνα το σκληρό.

153

Ακατάπαυστα το βρίζουν
τα σκυλιά και το πατούν
και τα τέκνα του αφανίζουν,
και την πίστη αναγελούν.

154

Εξ αιτίας του εσπάρθη, εχάθη
αίμα αθώο χριστιανικό,
που φωνάζει από τα βάθη
της νυκτός: Να εκδικηθώ.

155

Δεν ακούτε, εσείς εικόνες
του Θεού, τέτοια φωνή;
Τώρα επέρασαν αιώνες
και δεν έπαυσε στιγμή.

156

Δεν ακούτε; Εις κάθε μέρος
σαν του Άβελ καταβοά·
δεν ειν' φύσημα του αέρος
που σφυρίζει εις τα μαλλιά.

157

Τι θα κάμετε; Θ' αφήστε
να αποκτήσομεν εμείς
λευθεριάν, ή θα την λύστε
εξ αιτίας πολιτικής;

158

Τούτο ανίσως μελετάτε
ιδού εμπρός σας τον Σταυρό:
Βασιλείς, ελάτε, ελάτε,
και κτυπήσετε κι εδώ!"».

Παρασκευή 27 Μαΐου 2011

ΠΡΟΣ ΠΟΥΛΗΜΕΝΟΥΣ....

ΕΛΠΙΔΑ ΡΕ ΤΟΜΑΡΙ ΣΟΥ ΖΗΤΗΣΑΜΕ ΚΙ ΕΣΥ ΜΑΣ ΠΡΟΔΩΣΕΣ


Παζάρευες ρε κτήνος, τη τιμή και την υπόληψή μας στους εχθρούς μας ΑΠ ΤΗΝ ΑΡΧΗ, ΑΠ ΤΗΝ ΩΡΑ ΠΟΥ ΠΑΤΗΣΕΣ ΤΟ ΠΟΔΑΡΙ ΣΟΥ ΣΤΟ ΠΑΛΑΤΙ ΠΟΥ ΣΕ ΒΑΛΑΜΕ ΝΑ ΜΕΙΝΕΙΣ, δένοντάς μας χειροπόδαρα και σέρνοντάς μας στο γκρεμό; Υποθηκεύοντας το πλούτο και το μέλλον μας; Το μέλλον του γιού και της κόρης μου ρε άθλιο τομάρι; Γιατί ρε! Λέγε που να σε πάρει, ΜΙΛΑ! Πες κάτι, υπεράσπισε το άθλιο τομάρι σου, βγες αύριο στο κόσμο και πες ότι "αυτός ο Στρος Καν θέλει να με εξοντώσει πολιτικά! Λέει ψέματα, δεν είναι έτσι τα πράματα, εγώ σας είπα την αλήθεια, θέλουν να με φάνε!" 

Ανοιχτή Διαμαρτυρία και Καταγγελία, από τον Γιάννη Βούρο!  

Προς τον Πρωθυπουργό της χώρας Γεώργιο Παπανδρέου
με κοινοποίηση στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Κάρολο Παπούλια
 

Κύριε Παπανδρέου,*

Δεν σε προσφωνώ όπως είδες, ούτε καν κύριε Πρωθυπουργέ και άλλες τέτοιες

αβρότητες. Πρώτα απ' όλα δε σου αξίζουν. Σου μιλάω στον ενικό, γιατί δε
βρίσκω το λόγο να σου μιλήσω στον πληθυντικό. Στο πληθυντικό, απ ό,τι ξέρω, απευθύνονται κάποιοι όταν θέλουν να δείξουν σεβασμό στον άλλον ή όταν θέλουν να κρατήσουν τον άλλον σε απόσταση. Εγώ ούτε το ένα νοιώθω για σένα, ούτε το αλλο.
Και μιας και ξεκαθαρίσαμε τα τυπικά, ας έρθουμε στα...ουσιαστικά.


Δε μου λές κάτι ρε Πρόεδρε της Κυβέρνησης, για ποιούς μας έχεις περάσει; Ε;

Μπάς και νομίζεις οτι είμαστε λαός που ...χάφτει μύγες τα ανάσκελα, που λεν
και στο χωριό μου; Έχεις ρε Πρόεδρε ακούσει τίποτε για το λαό που θέλησες να κυβερνήσεις; Σού χουν πεί τίποτε; Κανείς απ' το περιβάλλον σου όταν ήσουν πιτσιρικάς; Στο σχολείο που φοίτησες; Κανείς; Γιατί αν δε σου χει πεί
κανείς, μήτε γνωστός, μήτε φίλος, μήτε γονιός, μήτε δάσκαλος, τότε έχεις μια
δικαιολογία. Αλλά επειδής εγώ δε πιστεύω κάτι τέτοιο, το αντίθετο μάλιστα,
ε, τότε έχεις πολύ μεγάλο θράσος ρε φίλε. Και δεν έχεις καν το θράσος ενός
τσαμπουκαλή, έχεις το θράσος του... μαμάκια καλοαναθρεμμένου που κυκλοφορεί στα διάφορα μεγάλα σαλόνια για να πουλάει φύκια για μεταξωτές κορδέλλες στις διάφορες κυράτσες και να τις ξεμυαλίζει, μπας και φάει κανένα χιλιάρικο. Αυτούς τους τύπους, παλιά, ο λαός ξέρεις πώς τους έλεγε;
Ντιντίδες! Ε, τέτοιος είσαι! Ενας "Ντιντής" της πολιτικής...


Λοιπόν, άκου δώ ρε ...Ντιντάκο, εμείς εδώ, σε τούτη τη μικρή γωνιά της γής,

λέμε πως "Ο Ψεύτης και ο Κλέφτης, τον πρώτο χρόνο χαίρονται". Και σύ είσαι
και τα δύο. Και Ψεύτης και Κλέφτης. Λοιπόν, το συνεταιράκι σου, ο μίστερ
Στρός Καν, τα ξέρασε όλα φιλαράκο. Γιατί ο Θεός αγαπάει μεν τον Κλέφτη
(δηλαδή εσένα) αλλά πιο πολύ φίλε μου αγαπάει τον νοικοκύρη, δηλαδή εμάς.
Και ακου να δείς πως έγινε το σκηνικό για να καταλάβεις.

Ο Στρός Καν, δεν είναι τυχαίο άτομο, σωστά; Σωστά. Το ΔΝΤ διευθύνει,

υποψηφιότητα για πρόεδρος της Φραγκιάς θα βάλει, άρα μεγάλη... προσωπικότης. Εδωσε λοιπόν συνέντευξη (απ τις καθιερωμένες που ... συνηθίζετε εσείς οι. ..Ντιντίδες της πολιτικής) και μίλησε για διάφορα το παλικάρι. Είπε, είπε, και τί δεν είπε...

Ο δημοσιογράφος όμως δε στάθηκε μόνο στα περί της Φραγκιάς και των πέριξ της
  Ευρώπης ζητήματα. Τον ρώτησε και κάτι άλλο.
"Μήπως ήσασταν λιγάκι υπερβολικός κύριε Στρος Καν όταν λέγατε πως κλείσατε το θέμα (της προσφυγής στο ΔΝΤ) μέσα σε δεκαπέντε μέρες; Συνήθως αυτά τα θέματα παίρνουν μήνες για να μπουν σε μια τροχιά".
Και ο συνεργάτης σου τί απάντησε; "Όταν λέω, υπερβάλλοντας, ότι όταν ήρθε το ΔΝΤ στην Ελλάδα, κλείσαμε το θέμα σε δεκαπέντε μέρες, το κλείσαμε σε δεκαπέντε μέρες διότι δουλέψαμε από πριν μήνες με τις ελληνικές αρχές, το κάναμε ΥΠΟΓΕΙΑ!!! Και γιατί αυτό; Μα διότι
οι ελληνικές αρχές ΕΠΙΘΥΜΟΥΣΑΝ την παρέμβαση του ΔΝΤ, αν και ο Παπανδρέου
(εσύ δηλαδή... Ντιντή μου), για πολιτικούς λόγους, ΔΕ ΤΟ ΕΛΕΓΕ ΣΤΟ ΛΑΟ!!!
Αλλά μη νομίζετε, απο την ΑΡΧΗ ΜΕ ΕΙΧΕ ΠΑΡΕΙ ΤΗΛΕΦΩΝΟ, από το
Νοέμβριο-Δεκέμβριο του 2009(!!!), λέγοντάς μου ότι χρειαζόμαστε βοήθεια! Και
είναι αλήθεια ότι είχε συνειδητοποιήσει πως είχε ΑΝΑΓΚΗ από βοήθεια!!!"

Και το ... επίμαχο σχόλιο... ΚΟΠΗΚΕ από τη συνέντευξη! Γιατί αργότερα το

κατάλαβε ο δικός σου τι γκάφα είχε κάνει και το κανάλι Canal+ που πήρε τη
συνέντευξη θέλησε να το... εξαφανίσει! Εμ, έλα ντε, που βρέθηκε στα... χέρια
αυτουνού του... Λαζόπουλου -Ο Θεός μόνο ξέρει πώς!- και σε ...ξεμπρόστιασε;
Τώρα; Τι έχεις να πεις τώρα ρε Ντιντή των σαλονιών; Ε;

Από το Νοέμβρη-Δεκέμβρη του 2009 ε; Για σκέψου! Αν δεν απατώμαι, ήταν τότε
που... ούρλιαζες πως "λεφτά υπάρχουν!", έτσι δεν είναι;

Γιατί το 'κανες αυτό ρε τομάρι; Ποιός είσαι συ, που μπορείς έτσι να παίζεις

με τις ζωές μας; Με τη μοίρα μας; Με τη τύχη μας;
Ποιός είσαι συ ρε Ντιντή, που μπορείς έτσι να παίζεις με τη νοημοσύνη και τη
υπομονή μας;  Ποιός είσαι ρε απατεώνα; Από πού ήρθες; Ποιός σ' έστειλε;
Ποιοί είναι οι εντολοδόχοι σου;

Γιατί δεν είπες τίποτε στο κόσμο ρε τομάρι, ότι "δεν υπάρχει φράγκο παιδιά

και θα πρέπει όλοι μαζί, αν με ψηφίσετε, να πάρουμε σκληρά μέτρα για την
αυριανή μας επιβίωση" παρά φώναζες αλήτη, μπροστά στους αφιονισμένους
οπαδούς σου, ότι "λεφτά υπάρχουν, αλλά οι άλλοι ήταν ανίκανοι και τα τρώνε
για τον εαυτό τους;"

Γιατί ρε μας πούλησες τομάρι; Γιατί; Τι σου φταίξαμε; Σου σκοτώσαμε κανα

παππού ή καμιά γιαγιά ή κανα συγγενή σου; Σου φάγαμε λεφτά και δε στα
δώσαμε; Σε εξαπατήσαμε; Σε βρίσαμε; Σε λοιδωρήσαμε; Τι γαμώ το κέρατό μου σου κάναμε;
Πρωθυπουργό ρε σε κάναμε! Σε ανεβάσαμε στο Ύψιστο Αξίωμα για να μας
κυβερνήσεις ρε αλήτη!

ΕΛΠΙΔΑ ΡΕ ΤΟΜΑΡΙ ΣΟΥ ΖΗΤΗΣΑΜΕ ΚΑΙ ΣΥ ΜΑΣ ΠΡΟΔΩΣΕΣ!

ΓΙΑΤΙ ΡΕ; ΓΙΑΤΙ;

Παζάρευες ρε κτήνος, τη τιμή και την υπόληψή μας στους εχθρούς μας ΑΠ ΤΗΝ
ΑΡΧΗ, ΑΠ ΤΗΝ ΩΡΑ ΠΟΥ ΠΑΤΗΣΕΣ ΤΟ ΠΟΔΑΡΙ ΣΟΥ ΣΤΟ ΠΑΛΑΤΙ ΠΟΥ ΣΕ ΒΑΛΑΜΕ ΝΑ ΜΕΙΝΕΙΣ, δένοντάς μας χειροπόδαρα και σέρνοντάς μας στο γκρεμό; Υποθηκεύοντας το πλούτο και το μέλλον μας; Το μέλλον του γιού και της κόρης μου ρε άθλιο τομάρι; Γιατί ρε! Λέγε που να σε πάρει, ΜΙΛΑ! Πες κάτι, υπεράσπισε το άθλιο τομάρι σου, βγες αύριο στο κόσμο και πες ότι "αυτός ο Στρος Καν θέλει να με εξοντώσει πολιτικά! Λέει ψέματα, δεν είναι έτσι τα πράματα, εγώ σας είπα την αλήθεια, θέλουν να με φάνε!"

Πές ό,τι βλακεία θέλεις, αλλά ΒΓΕΣ ΚΑΙ ΠΕΣ ΤΗΝ ΠΟΥ ΝΑ ΣΕ ΠΑΡΕΙ! ΜΗ ΜΑΣ
  ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΖΕΙΣ ΑΛΛΟ ΡΕ ΑΘΛΙΕ ΡΕΜΠΕΣΚΕ!

Εντάξει, ωραία. Μας πούλησες λοιπόν. Μας πέταξες σε μια ελεεινή, σκοτεινή

και βρώμικη σκάλα. Πόσα βρώμικα σκαλιά υπάρχουν ακόμα;
Ποιό είναι το άλλο σκαλί;

Τι άλλο ακόμα!

Πόσα βρώμικα σκαλιά υπάρχουν που πρέπει να κουτρουβαλίσουμε; Τι άλλο μένει;
Οι Τούρκοι; Ε;

Πόσα σου τάξανε οι αγάδες για να μας δουν να σερνόμαστε σα τους ζητιάνους;

Για πόσα αργύρια; Πόσο τους πούλησες το αίμα που χύσανε οι παππούδες μας στη Μικρασία για να ζήσεις εσύ και να 'ρθεις να μας κυβερνήσεις;

ΠΟΣΟ ΚΟΣΤΙΖΕΙ ΤΟ ΑΙΜΑ ΜΑΣ ΣΤΗ ΠΙΑΤΣΑ ΤΩΝ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΩΝ ΓΡΑΦΕΙΩΝ ΠΟΥ ΜΑΣ
ΕΔΕΣΕΣ; Ε;
ΕΚΑΤΟ; ΔΙΑΚΟΣΙΑ; ΕΝΑ ΕΚΑΤΟΜΜΥΡΙΟ ΕΥΡΩ; ΕΚΑΤΟΝ ΠΕΝΗΝΤΑ ΔΙΣΕΚΑΤΟΜΜΥΡΙΑ; ΠΟΣΑ;

 
Πόσα σου δώσανε ρε Εφιάλτη για να μας πουλήσεις στους σύγχρονους Πέρσες; Ο
ομοιδεάτης σου πριν δυόμισι κοντά χιλιάδες χρόνια, μας πούλησε τότε για μια
χούφτα χρυσά και δέκα σκλάβες, τόσο μας κοστολόγησε σα λαό, εσύ πόσα τους
γύρεψες;


Με τι ψυχή ρε και τι καρδιά έβαλες την υπογραφή σου κάτω απ' αυτό το

κωλόχαρτο της ανομίας που το ονόμασες Μνημόνιο; Πώς το βάσταξε η μαύρη ψυχή
σου, όταν διάβασες στο χαρτί ότι αυτοί βάλανε όρο δέσμευσης και ΑΠΑΛΛΑΓΗΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΘΝΙΚΗ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ; Ήσουνα τόσο βλάκας για να πιστέψεις ότι εμείς μπορούσαμε να πληρώσουμε ποτέ 200 δισ. ευρώ και τό 'κανες για να κερδίσεις χρόνο; Νόμιζες ότι ξεζουμίζοντάς μας θα σου βγαίνανε τα... αργύρια για να μπορέσεις να τα δώσεις; Αυτό είναι;
Τί γένηκε ρε ρουφιάνε επιτέλους; ΛΕΓΕ ΓΑΜΩ ΤΟ ΚΕΡΑΤΟ ΜΟΥ!

Δε μιλάς ε; Φτού σου ρε τιποτένιε! Ελεεινέ αλήτη... Κύριε Πρωθυπουργέ!

Αλλά μη χαίρεσαι προδότη! Αυτό που έκανες επισύρει την ΕΣΧΑΤΗ κατηγορία για
κάθε υπήκοο αυτής της χώρας, την κατηγορία της ΕΣΧΑΤΗΣ ΠΡΟΔΟΣΙΑΣ! Και ασφαλώς ξέρεις και την ποινή, έτσι δεν είναι; Νομίζεις ότι θα ξεφύγεις,επειδή, παρ΄ όλες τις μηνύσεις που σου έχουν γίνει, ακόμη ο Εισαγγελέας δε σε κάλεσε στο μαγαζάκι του; Μα γιατί είναι και η Δικαιοσύνη πουλημένη σε σας, θαρρείς πως δεν το ξέρω; Αλλά δε θα ξεφύγεις ελεεινέ! Κάποτε θα τελειώσει η θητεία σου, μπορεί και σε κάποιες μέρες, που ξέρεις! Και τότε θα σε δικάσουν αυτοί που τους πούλησες προδότη! Κανένας άλλος. Και την ποινή θα σου τη βάλει αυτός που σε ανέδειξε εκεί που είσαι. Ο Λαός!


Κι εσύ ρε Πρόεδρε της... Δημοκρατίας Κάρολε Παπαούλια; Δε μιλάς; Δε

ντρέπεσαι; Τι κάνεις εκεί πάνω που βρίσκεσαι; Τι ρόλο παίζεις εσύ; Δε
βλέπεις που μας ξεπουλάνε και μας εξευτελίζουν; Ποιός είναι ο μισθός σου; Γιατί πληρώνεσαι; Τι πας και κάνεις κάθε μέρα που πηγαινοέρχεσαι στη γραφειάρα σου και στις σαλονάρες σου που σε βάλαμε να κάτσεις;
Ενημερώνεσαι καθόλου; Ακούς; Αφουγκράζεσαι; Γιατί δε μιλάς;
Εγώ σε ρωτάω! Με ξέρεις, είμασταν κάποτε γειτόνοι! Στην ίδια πολυκατοικία

που μένεις κι εσύ έμενα κι εγώ κάποτε! Στον 1ο Οροφο, στο δυαράκι! Εσύ είσαι στο ρετιρέ, πάνω - πάνω!
Ακόμη τον θυμάμαι το φουκαρά τον... μυστικό μπατσάκο της προσωπικής σου

ασφάλειας, που ξεροστάλιαζε στην είσοδο να σε περιμένει!
Ναί, τότε που ΔΕΝ ΗΣΟΥΝ ΤΙΠΟΤΕ, ένας ...ξεπεσμένος πολιτικάντης, θλιβερό ανδρείκελο του Παπανδρέου, ακόμη και τότε που δεν ήσουν ΚΑΝ βουλευτής, μου ήθελες τρομάρα σου και ασφάλεια! Είχαμε μιλήσει για μισή ώρα κάτω στην είσοδο και μού 'λεγες για τις... βλακείες του Σημίτη! Τα θυμάσαι γέρο; Για τη σημερινή ΕΣΧΑΤΗ ΠΡΟΔΟΣΙΑ δεν έχεις να πεις τίποτα; Περίεργο, γιατί ο
προκάτοχός σου, Κωστής Στεφανόπουλος, όχι μόνο θα έλεγε, αλλά θα σήκωνε και το ανάστημά του στους προδότες! Εδώ δεν είχε διστάσει να τα πει μπροστά στον ίδιο τον Κλίντον, όταν είχε έρθει βολτίτσα στην Ελλάδα, αυτό δε θα 'κανε; Αυτή είναι η διαφορά στο μέγεθος των ανδρών Πρόεδρε. Ο ένας ήταν Έλληνας κι εσύ είσαι απλώς... ανθρωπάκι.
Πώς είναι άραγε δυνατόν, να βγεις και να... καταγγείλεις το γόνο του...

ευεργέτη σου; Πώς είναι δυνατόν να κάνεις κάτι τέτοιο σ' αυτόν που τον...
χόρευες κάποτε στα γόνατά σου όταν ήτανε πιτσιρίκι; Πως είναι δυνατόν να
κάνεις κάτι τέτοιο, όταν ακόμα έχεις στενούς δεσμούς με τη μάνα του και το
σόι του;


Ε, ρε πατρίδα πού κατάντησες! Να σε κυβερνάει το... πιτσιρίκι και ο... θείος

Κάρολος που κάποτε το... χόρευε στα γονάτά του και του 'φερνε σοκολάτες με
την κάθε του επίσκεψη!
Ανθρωπάκι ήσουνα πάντα, Κάρολε Παπούλια. Ένα θλιβερό ανθρωπάκι, που έκανε τα
χατίρια στο... μεγάλο του αφεντικό τότε στην εποχή της μεγάλης δόξας του ΠΑΣΟΚ.
Θα σού 'σερνα χειρότερα, αλλά έχε χάρη που κοντεύεις τα 90 και δε μου πάει

καρδιά να σε ξεφτιλίσω άλλο. Σέβομαι απλά την ηλικία σου, τίποτε άλλο. Η
Ιστορία, αύριο-μεθαύριο, θα σε κρίνει, να 'σαι σίγουρος γι αυτό.
Ναί, εγώ, που περνούσες από μπροστά μου κάποτε και με προσπέρναγες λέγοντάς

μου μια γρήγορη "Καλημέρα αγόρι μου!" κι έμπαινες στα γρήγορα στη μαύρη
Μερσεντές που σε περίμενε, εγώ σε σέβομαι.
Δηλαδή την ηλικία σου, μη πάει ο νους σου σε τίποτε άλλο. Ανέμους έσπειρες

κάποτε Κάρολε Παπούλια, θύελλες θα θερίσεις. Άμα τα ...τινάξεις "Θείε"
Κάρολε, δε θα σε θυμάται κανείς.
Από 'μας τουλάχιστον.


Κι εσύ ρε Έλληνα; Πού είναι ρε Έλληνα η οργή σου; Πού είναι ο θυμός σου; Εσύ
δεν ήσουν που κατέβαινες κάποτε στο Πολυτεχνείο και δερνόσουν απ τους
μπάτσους για να φύγει ο Παπαδόπουλος;
Εσύ δεν ήσουν που κατέβαινες στις πορείες για να φύγει η...τρισκατάρατη
Δεξιά; Που φώναζες και ΕΤΡΕΜΕ Η ΓΗ, ΠΟΥ ΝΑ ΠΑΡΕΙ;
ΠΟΥ ΕΙΣΑΙ ΡΕ ΕΛΛΗΝΑ;
Νάτο, το έγκλημα φανερώθηκε, οι συνεργάτες ΞΕΡΝΟΥΝ ΠΙΑ, ΕΝΑΣ ΠΡΟΣ ΕΝΑΝ! ΣΕ
ΠΟΥΛΗΣΑΝ ΡΕ ΕΛΛΗΝΑ, ΣΟΥ ΥΠΟΘΗΚΕΥΣΑΝ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΓΑΜΩΤΟ! ΤΙ ΚΑΝΕΙΣ;;; ΓΙΑΤΙ ΣΩΠΑΙΝΕΙΣ ΜΩΡΕ;;;
Σε λίγο τα παιδιά σου δε θα μπορούν να βρουν δουλειά, σε λίγο θα δεις τους

Τούρκους να παίρνουν τη Θράκη μας και τα νησιά μας, γιατί μας τα ξεπούλησαν
οι Εφιάλτες, σε λίγο δε θα μπορείς να αγοράσεις απ το σούπερ-μάρκετ ούτε τα
απαραίτητα για να ζήσεις, θα είσαι σκλάβος στα δεσμά της πιο χειρότερης
δουλείας! ΤΙ ΚΑΝΕΙΣ;;;

ΓΙΑΤΙ ΣΩΠΑΙΝΕΙΣ;;; ΓΙΑΤΙ;;;"